Αρραβωνιασμένος/η Αρραβωνιασμένος/η ΕπίθετοEnglishengagedไทยสนใจ/หมั้นExampleΠότε **αρραβωνιαστήκατε**; (Πότε δώσατε υπόσχεση γάμου;)When did you get engaged?Το ρήμα «αρραβωνιάζομαι» είναι το πιο συνηθισμένο.