εύκολα /ˈefkola/ Adverb

English
easily
ไทย
อย่างง่ายดาย

Example

  • Το μουσείο προσβάλλεται **εύκολα** με αυτοκίνητο.
  • The museum is easily accessible by car.
  • Η λέξη 'προσβάλλεται' εδώ σημαίνει 'είναι προσβάσιμο'.