αδικία /a.diˈci.a/ Noun
- English
- injustice
- Türkçe
- haksızlık
Example
- Είμαστε αφοσιωμένοι στον αγώνα ενάντια στη φτώχεια και την **αδικία** (κατά της φτώχειας και της αδικίας) — της: Είμαστε αφοσιωμένοι στον αγώνα ενάντια στη φτώχεια και την αδικία.
- We are committed to fighting against poverty and injustice.
- Το 'ενάντια' (against) είναι πολύ συχνό εδώ.