Αγωνία /aɣoˈnia/ Noun

English
distress
Türkçe
derin sıkıntı / bunaltı

Example

  • Τα νέα προκάλεσαν στην Άννα μεγάλη **αγωνία** (θλίψη / στενοχώρια / οδύνη) — Η είδηση την έριξε στο κρεβάτι.
  • The news caused her great distress.
  • Η 'Αγωνία' είναι πιο έντονη και υπαρξιακή από την απλή 'λύπη'.