ΑΙΤΙΑ /eˈt͡si.a/ Noun

English
cause
Türkçe
neden / neden olmak

Example

  • Η ανεργία είναι η κύρια [αιτία] της φτώχειας.
  • Unemployment is a major cause of poverty.
  • Εδώ το 'αιτία' είναι η πιο φυσική επιλογή.