αμαρτία /amaɾˈti.a/ Ουσιαστικό

English
sin
Türkçe
günah

Example

  • Εξομολογήθηκε [η αμαρτία / η πλάνη / η πλάνη] του στον ιερέα.
  • He confessed his sins to the priest.
  • Το «εξομολογούμαι» είναι η κλασική δέσμευση.