Τροποποίηση /troˈpoʝi] Noun

English
amendment
Türkçe
tadil

Example

  • Η επιτροπή ψήφισε να δεχτεί την [τροπολογία] (προσθήκη / αναθεώρηση / διόρθωση) — της: The committee voted to accept the amendment.
  • The committee voted to accept the amendment.
  • Εδώ η 'τροπολογία' είναι ο πιο επίσημος όρος.