Προκαλώ /prokaˈlo/ Verb
- English
- evoke
- Türkçe
- uyandırmak / çağrıştırmak
Example
- Η μουσική αυτή [ανακαλεί] (μνήμες / αναμνήσεις / συναισθήματα) της νιότης της.
- The music evoked memories of her youth.
- Το 'ανακαλώ' είναι η πιο άμεση και ζεστή επιλογή εδώ.