Ανάσα /aˈnasa/ Noun

English
breath
Türkçe
nefes

Example

  • Η [πνοή / πνοή / πνεύμα] του μύριζε καφέ.
  • His breath smelled of coffee.
  • Το «πνοή» είναι πιο ποιητικό, αλλά το «ανάσα» κυριαρχεί.