αναστεναγμός /ana.steˈna.zo/ Noun
- English
- sigh
- Türkçe
- i̇ç çekiş / i̇ç çekmek
Example
- Έβγαλε έναν αναστεναγμό ικανοποίησης. [Αναστεναγμός / Ικανοποίησης / ικανοποίησης]
- She gave a sigh of contentment.
- Ο 'αναστεναγμός' εδώ είναι καθαρά θετικός, σαν να τελείωσε μια δύσκολη εργασία.