αντιδρώ / αντίδραση /antidˈro/ Verb

English
react
Türkçe
tepki vermek

Example

  • Την έσπρωξα ελαφρά, μα εκείνη δεν [αντέδρασε/ανταποκρίθηκε/αποκρίθηκε].
  • I nudged her but she didn't react.
  • Η έμφαση εδώ είναι στην έλλειψη συναισθηματικής ανταπόκρισης.