ο αντίκτυπος /ˈɪmpækt/ Ουσιαστικό
- English
- impact
- Türkçe
- etki
Example
- Ο νέος νόμος θα έχει θετικό **αντίκτυπο** στις μικρές επιχειρήσεις.
- The new law will have a positive impact on small businesses.
- Εδώ το 'αντίκτυπος' δίνει έμφαση στο θετικό αποτέλεσμα.