Διαμάχη /ðjaˈmaχi/ Noun
- English
- controversy
- Türkçe
- polemik
Example
- Η απόφαση για το κλείσιμο της βιβλιοθήκης προκάλεσε μεγάλη [αντιπαράθεση].
- The decision to close the library caused a huge controversy.
- Εδώ η λέξη λειτουργεί ως το επίκεντρο της σύγκρουσης.