Αυτονομία /af.to.noˈmi.a/ Noun
- English
- autonomy
- Türkçe
- özerklik
Example
- Στην νέα σειρά του Netflix, η πρωταγωνίστρια αγωνίζεται για την **αυτονομία** της απέναντι στο πατριαρχικό σύστημα.
- The region was granted limited autonomy by the central government.
- Σύγχρονη αναφορά σε θέματα προσωπικής χειραφέτησης.