Χορηγώ / Χορηγία /xo.riˈɣo/ Noun

English
sponsor
Türkçe
destekçi / sponsor

Example

  • Η σειρά των συναυλιών έχει πολλούς εταιρικούς χορηγούς. (Ευεργέτης / Υποστηρικτής / Χρηματοδότης)
  • The concert series has several major corporate sponsors.
  • Το 'εταιρικός χορηγός' είναι η πιο μαγνητική λέξη για εταιρική στήριξη.