Κράσαρω / Συντρίβομαι /ˈkraʃ/ Noun

English
crash
Türkçe
çökmek / kaza

Example

  • Η αστυνομία ερευνά την αιτία της **σύγκρουσης** των αυτοκινήτων.
  • The police are investigating the cause of the car crash.
  • Η λέξη 'σύγκρουση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.