δάσος /ˈða.sos/ Noun

English
forest
Türkçe
orman

Example

  • Πήγαμε για πεζοπορία στο πευκο[δάσος] — του [δρυμού] / του [δασικού πάρκου].
  • We went hiking in the pine forest.
  • Το πευκοδάσος είναι πολύ συνηθισμένο στην Ελλάδα.