ΔΕΞΙΟΤΗΤΑ /ðeksiˈotita/ Noun

English
skill
Türkçe
beceri

Example

  • Η δουλειά απαιτεί **δεξιότητα** και μάτι για τη λεπτομέρεια.
  • The job requires skill and an eye for detail.
  • Εδώ τονίζεται η πρακτική ικανότητα.