Διαιτητής /ði.e.tiˈtis/ Noun

English
referee
Türkçe
hakem

Example

  • Ο **διαιτητής** σφύριξε πέναλτι, και όλοι φώναξαν. (Ο **κριτής** σήκωσε το χέρι του — του **επόπτη** σήκωσε το χέρι του) — Ο **διαιτητής** σήκωσε το χέρι του για το πέναλτι.
  • The referee signaled for a penalty kick.
  • Το 'σφύριγμα' είναι η μαγική λέξη εδώ.