Διαμόρφωση /ðja.morˈfo.si/ Noun

English
formation
Türkçe
teşekkül

Example

  • Η [Διαμόρφωση] (σύσταση / συγκρότηση / δημιουργία) μιας νέας κυβέρνησης βρίσκεται σε εξέλιξη.
  • The formation of a new government is underway.
  • Εδώ τονίζεται η διαδικασία συγκρότησης του σώματος.