μια ζωή /miˈa ʝiˈvɛ/ Noun

English
lifetime
Türkçe
ömür boyu

Example

  • Αφιέρωσε μια ολόκληρη ζωή [αιωνιότητα / ζωή / αιώνας] χτίζοντας την εταιρεία του.
  • He spent a lifetime building his company.
  • Εδώ τονίζεται η τεράστια προσπάθεια που καλύπτει όλο το βιοτικό του διάστημα.