Διασκεδαστικός /ðjascɛðasˈticos/ Ενδιαφέρων

English
entertaining
Türkçe
eğlenceli

Example

  • Τα παιδιά βρήκαν την παράσταση του κλόουν πολύ **διασκεδαστική**.
  • The children found the clown's performance very entertaining.
  • Εδώ τονίζεται η ικανότητα της παράστασης να προσφέρει γέλιο.