δολάριο /ðoˈlaɾio/ Noun

English
dollar
Türkçe
dolar

Example

  • Η τιμή του καφέ είναι τρία δολάρια (κοστίζει τρία δολάρια) (αξίζει τρία δολάρια / κοστίζει τρία δολάρια).
  • The price of the coffee is three dollars.
  • Στην Ελλάδα, το 'κοστίζει' είναι πιο συνηθισμένο από το 'είναι η τιμή'.