Εύκολο / Αβίαστα /ˈefkolo/ Adjective
- English
- easy
- Türkçe
- kolay
Example
- Η εκμάθηση των βασικών του προγραμματισμού είναι εκπληκτικά **εύκολη** (οικοδομεί / δημιουργεί / θεμελιώνει).
- Learning the basics of coding is surprisingly easy.
- Η λέξη 'εκπληκτικά' προσθέτει μια ζεστή έκπληξη.