Απρόσμενος /aprózˈme̞nos/ Εκπληκτικός

English
surprising
Türkçe
şaşırtıcı

Example

  • Η ξαφνική βροχή ήταν μια εκπληκτική εξέλιξη. (Αιφνιδιαστική / Θαυμαστή / Απίστευτη)
  • The sudden rain was a surprising turn of events.
  • Εδώ τονίζεται η απρόσμενη φύση της βροχής.