εκτίμηση /ɛs.tiˈmeɪt/ Noun

English
estimate
Türkçe
tahmin

Example

  • Ο μηχανικός μου έδωσε γραπτή [εκτίμηση] για την επισκευή.
  • The mechanic gave me a written estimate.
  • Στα συνεργεία, η 'εκτίμηση' είναι το τυπικό έγγραφο κόστους.