εκτιμώ /ektiˈmo/ Verb
- English
- appreciate
- Türkçe
- takdir etmek
Example
- Έμαθε να [εκτιμώ] τις ήσυχες στιγμές του πρωινού. (Αναγνωρίζω / Κατανοώ)
- She has learned to appreciate the quiet moments of the morning.
- Εδώ τονίζεται η εσωτερική συνειδητοποίηση της αξίας.