ελάχιστος /miˈni.mum/ Adjective

English
minimum
Türkçe
asgari

Example

  • Υπάρχει ένα **ελάχιστο** κόστος για τις συναλλαγές με κάρτα.
  • There is a minimum charge for credit card transactions.
  • Το 'ελάχιστο' εδώ είναι ουσιαστικό, αλλά λειτουργεί ως επίθετο.