έλεγχος /ˈe̞le̞nˌt͡ʃos/ Noun

English
inspection
Türkçe
denetim

Example

  • Πραγματοποιούνται τακτικοί [Επιθεώρηση] στις φυλακές.
  • Regular inspections are carried out at the prison.
  • Εδώ το «Επιθεώρηση» τονίζει την περιοδικότητα και την επίσημη φύση.