Το ηλεκτρονικό μήνυμα /iˈmeɪl/ Noun

English
email
Türkçe
e-posta

Example

  • Θα λείπω σε διακοπές για μία εβδομάδα τον Νοέμβριο, χωρίς να μπορώ να ελέγξω το ηλεκτρονικό μήνυμα (το μέιλ).
  • I will be on vacation for a week in November, with no access to email.
  • Το 'μέιλ' είναι η πιο κοινή, σύντομη μορφή.