Έμπνευση /e̞mˈbne̞vsi/ Noun
- English
- inspiration
- Türkçe
- i̇lham
Example
- Τα όνειρα μπορούν να είναι πλούσια πηγή [έμπνευσης] για έναν καλλιτέχνη.
- Dreams can be a rich source of inspiration for an artist.
- Η «πηγή» (source) είναι μαγνητική με την έμπνευση.