εν μέρει /en mɛrˈi/ Adverb

English
partly
Türkçe
kısmen

Example

  • Η αποτυχία οφειλόταν **εν μέρει** στην κακή τύχη.
  • The failure was partly due to bad luck.
  • Το 'εν μέρει' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.