ένστικτο /ˈendstikto/ Noun

English
instinct
Türkçe
i̇çgüdü

Example

  • Το ένστικτο (η έμφυτη ορμή / η φυσική ορμή / η εσωτερική φωνή) της χελώνας την οδηγεί πίσω στην παραλία.
  • The bird's migration is driven by instinct.
  • Εδώ τονίζεται η βιολογική, αυτόματη λειτουργία.