επενδυτής /epenðiˈtis/ Noun
- English
- investor
- Türkçe
- yatırımcı
Example
- Οι μικροί επενδυτές (ο/η/το) συχνά είναι οι πρώτοι που πανικοβάλλονται σε μια χρηματιστηριακή πτώση.
- Small investors are often the first to panic during a market crash.
- Το 'ο/η/το' δείχνει την ανάγκη για άρθρο.