επιχειρηματίας /epixirimatias/ Noun

English
entrepreneur
Türkçe
girişimci

Example

  • Ένας δημιουργικός **επιχειρηματίας**, ο οποίος ήταν συνεχώς σε φάση ονειροπόλησης για νέα έργα.
  • A creative entrepreneur, he was continually dreaming up new projects.
  • Η λέξη «επιχειρηματίας» φέρει το βάρος της ευθύνης και του ρίσκου.