αποτελεσματικός /a.po.te.les.ma.tiˈkos/ Επιδραστικός
- English
- effective
- Türkçe
- etkili
Example
- Η ασπιρίνη είναι μια απλή αλλά εξαιρετικά [επιδραστική] θεραπεία.
- Aspirin is a simple but highly effective treatment.
- Εδώ τονίζεται η ικανότητα να 'δράσει' στο σώμα.