Επίσης /eˈpisis/ Adverb

English
also
Türkçe
ayrıca

Example

  • Είναι μια λαμπρή επιστήμονας· επίσης, παίζει βιολί υπέροχα.
  • She is a brilliant scientist; she also plays the violin beautifully.
  • Η χρήση του 'επίσης' εδώ συνδέει αρμονικά δύο διαφορετικά ταλέντα.