Επόπτης /eˈpoptis/ Noun
- English
- supervisor
- Türkçe
- yönetici
Example
- Ο **Επόπτης** (Επόπτης / Προϊστάμενος / Επιβλέπων) ενέκρινε το αίτημά μου για άδεια.
- My supervisor approved my leave request.
- Το 'Επόπτης' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό για εργασιακό περιβάλλον.