επωφελές /epofoˈelis/ Επωφελής

English
beneficial
Türkçe
faydalı

Example

  • Η τακτική άσκηση είναι **επωφελής** για την υγεία σου. (Η τακτική άσκηση είναι **ωφέλιμη** / **συμφέρουσα** για την υγεία σου.)
  • Regular exercise is beneficial to your health.
  • Το 'επωφελής' είναι η πιο ζεστή και σύγχρονη επιλογή εδώ.