εξοπλίζω /e.kso.pliˈzo/ Verb

English
equip
Türkçe
donanmak

Example

  • Το γυμναστήριο είναι **εξοπλισμένο** με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας. [Εξοπλίζω/Εξοπλισμένος/Εξοπλισμένοι]
  • The gym is equipped with state-of-the-art machines.
  • Το 'εξοπλισμένος' (παθητική μετοχή) είναι η πιο συχνή χρήση σε περιγραφές.