φιλοδοξώ /filoðoˈkso/ Verb

English
aspire
Türkçe
arzulamak

Example

  • Η Μαρία [φιλοδοξεί να] γίνει επιστήμονας αιχμής.
  • She aspires to a scientific career.
  • Το «φιλοδοξώ να» ακολουθείται από Υποτακτική (να γίνει).