Διευκρινίζω /ði.ef.kliˈni.zo/ Verb
- English
- illustrate
- Türkçe
- gözler önüne sermek
Example
- Φώτισε τα δικά της παιδικά βιβλία με τις δικές της εικόνες. (Διακοσμώ / Σκιτσάρω / Ζωγραφίζω)
- She illustrated her own children's books.
- Εδώ το 'φωτίζω' έχει την έννοια της οπτικής πλαισίωσης.