φυλακή /filakˈi/ Noun

English
prison
Türkçe
hapishane

Example

  • Τον έστειλαν στη [φυλακή] για πέντε χρόνια.
  • He was sent to prison for five years.
  • Η πιο κοινή λέξη, χρησιμοποιείται παντού.