παρέα /paˈre.a/ Noun

English
tribe
Türkçe
kabile

Example

  • Ήταν μια νομαδική, ιππευτική [φυλή] που ζούσε στα βουνά.
  • They were a nomadic horse-riding tribe.
  • Εδώ το «φυλή» είναι η πιο άμεση μετάφραση για εθνολογικό πλαίσιο.