Γοητεία /ʝo.iˈti.a/ Noun

English
charm
Türkçe
cazibe

Example

  • Ήταν ένας άνδρας με μεγάλη [γοητεία].
  • He was a man of great charm.
  • Εδώ η 'γοητεία' είναι η φυσική έλξη που ασκεί.