Ιατρική / Φάρμακο /i̯a.triˈki/ Noun
- English
- medicine
- Türkçe
- tıp / i̇laç
Example
- Είναι φοιτήτρια στην [ιατρική] — της [επιστήμης] / της [τέχνης] / της [γνώσης].
- She is a student of medicine at the university.
- Η 'ιατρική' εδώ αναφέρεται στο ακαδημαϊκό πεδίο.