ιδιόμορφος /iðoˈmorfoz/ Επίκλιτο Επίθετο
- English
- peculiar
- Türkçe
- tuhaf
Example
- Υπήρχε μια ΙΔΙΟΜΟΡΦΗ μυρωδιά που ερχόταν από το υπόγειο. (ασυνήθιστη / περίεργη / παράξενη)
- There was a peculiar smell coming from the basement.
- Εδώ το 'ιδιόμορφος' υποδηλώνει κάτι που δεν ταιριάζει στο σύνηθες πλαίσιο.