Ηθοποιός /i.θo.piˈos/ Noun

English
actor
Türkçe
oyuncu

Example

  • Ο πρωταγωνιστής έδωσε μια συγκλονιστική ερμηνεία.
  • The lead actor gave a stunning performance.
  • Η λέξη 'ερμηνεία' υποδηλώνει βάθος και καλλιτεχνική αξία.