Λάστιχο /laˈstiɣo/ Adjective

English
rubber
Türkçe
kauçuk

Example

  • Φόρεσε **ελαστικές** μπότες στη βροχή. [Συνώνυμο 1: καουτσουκένιες / Συνώνυμο 2: από λάστιχο / Συνώνυμο 3: ελατήριος]
  • She wore rubber boots in the rain.
  • Το 'ελαστικός' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.