καπνός /kapnós/ Noun

English
smoke
Türkçe
duman

Example

  • Η [καπνός (ο καπνός / η αχλή / η ομίχλη)] από τη φωτιά στο τζάκι με τσούγκριζε τα μάτια.
  • The smoke from the campfire stung my eyes.
  • Η λέξη 'αχλή' είναι πιο ποιητική για την ομίχλη.